Η αντίσταση στην ψυχοθεραπεία: Αμφιθυμία και υπερέλεγχος

Η ψυχοθεραπεία είναι δυναμική και μεγάλης επίδρασης σχεσιακή συνθήκη για τις ζωές και τις ψυχές των ανθρώπων.

Συνήθως σ’ αυτήν καταφεύγουν εκείνοι που, αν και θέλουν να πάρουν, τους δυσκολεύει πολύ να ζητήσουν, αφού έχουν εθιστεί, αν και όχι αφιλοκερδώς, να «δίνουν».

Ο συχνότερος λόγος που η πλειοψηφία των υποψηφίων θεραπευομένων εγκαταλείπουν εσπευσμένα την απόπειρά τους να ξεκινήσουν ψυχοθεραπεία είναι ο εξής:

Δεν έχουν την συναισθηματική ωριμότητα να αιτηθούν με υπευθυνότητα και να λάβουν με συνέπεια βοήθεια.

Η πλειοψηφία των ανθρώπων που εκλαμβάνουν και βιώνουν τον εαυτό τους –και τις σχέσεις τους- ως «προβληματικό» έχουν μεγαλώσει σ’ ένα σύστημα ενδοοικογενειακών σχέσεων, στο οποίο είναι συνηθισμένοι να δίνουν, να εξυπηρετούν, να ανακουφίζουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, συνήθως έχοντας υποσυνείδητα την προσδοκία της έξωθεν επιβεβαίωσης και αποδοχής, κάτι που οι ίδιοι δεν έμαθαν να προσφέρουν στον εαυτό τους.

Η έναρξη όμως της ψυχοθεραπείας σηματοδοτεί την αλλαγή στους παραπάνω μαθημένους ρόλους: ο μέχρι χθες επίδοξος "βοηθός" του οικογενειακού συστήματος καλείται τώρα, μπαίνοντας στην άβολη θέση του βοηθούμενου-θεραπευόμενου, να αναλάβει την ευθύνη

α) να αιτηθεί, και

β) να λάβει αυτό που, ως τώρα πρόσφερε, κατά καταναγκαστικό τρόπο, προς τους άλλους, έχοντας ως ανεπίγνωστη βλέψη την αποκατάσταση της ελλειμματικής του αυτοεικόνας.

Εκείνο που δεν ξέρει –αλλά και ούτε θέλει να μάθει- ο υποψήφιος θεραπευόμενος και «βοηθός» της οικογένειας της καταγωγής του είναι πως ο ρόλος του μεσάζοντα, του βοηθού, της –ειρωνικά εννοούμενης- «Μητέρας Τερέζας», του παρέχει την ψευδασφάλεια του ελέγχου πάνω στους άλλους και της ταυτόχρονης απόκρυψης της αληθινής του αυτοεικόνας, των συναισθημάτων μειονεξίας του από το φως της προσωπικής του επίγνωσης.

Συνήθως λοιπόν, αν και αρχικά διατίθεται να δει έναν ψυχοθεραπευτή, δεν προτίθεται να ανταλλάξει την παραπάνω αίσθηση ψευδο-ελέγχου –στον εαυτό του και στους άλλους-, με την επίγνωση των ελλειμματικών του προσωπείων, αλλά και των αληθινών του δυνατοτήτων, οι οποίες προκύπτουν συχνά ως αποτέλεσμα επένδυσης στην ψυχοθεραπευτική σχέση.