Οι ψυχολογικοί στόχοι κατά την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση;

Μολονότι οι ψυχολόγοι - ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν στην ψυχολογική θεραπεία ένα ευρύ φάσμα από θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, εκείνο που τους επιτρέπει και στηρίζει την δυνατότητα που έχουν να επιλέξουν είναι, η από κοινού, απόρριψη του ιατροκεντρικού μοντέλου θεραπείας, και η κοινή πεποίθηση σ’ ένα εναλλακτικό μοντέλο θεραπείας.

Μολονότι οι ψυχολόγοι - ψυχοθεραπευτές χρησιμοποιούν στην ψυχολογική θεραπεία ένα ευρύ φάσμα από θεραπευτικές μεθόδους και τεχνικές, εκείνο που τους επιτρέπει και στηρίζει την δυνατότητα που έχουν να επιλέξουν είναι, η από κοινού, απόρριψη του ιατροκεντρικού μοντέλου θεραπείας, και η κοινή πεποίθηση σ’ ένα εναλλακτικό μοντέλο θεραπείας. Ένα μοντέλο που βασίζεται στην αλληλεπίδραση αυτών που συμμετέχουν στη θεραπευτική σχέση. Αυτό το μοντέλο ψυχολογικής θεραπείας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην υποκειμενική εκδοχή της εμπειρίας και του κόσμου του ενδιαφερόμενου, καθώς και στον ρόλο του «βοηθού / θεραπευτή». Ο τελευταίος καλείται να βοηθήσει τον ενδιαφερόμενο μέσα από μια συνεργατική σχέση, προσπαθώντας να κατανοήσει την εσωτερική πραγματικότητα του πελάτη / ενδιαφερόμενου, καθώς και τον τρόπο που αυτός ερμηνεύει και κατανοεί τις εμπειρίες του.

Η ιδέα του να «κάνει» ο ψυχοθεραπευτής κάτι στον πελάτη έτσι ώστε να τον θεραπεύσει από την «αρρώστια», αντικαθίσταται από την ιδέα του να «βρίσκεται μαζί» με τον ενδιαφερόμενο, ή την ενδιαφερόμενη, με τέτοιο τρόπο ώστε να διευκολύνεις την προσωπική του/της ανάπτυξη.

Με άλλα λόγια, αυτό το μοίρασμα της εσωτερικής πραγματικότητας του πελάτη επιτρέπει την ποιοτική αναβάθμιση της σχέσης πελάτη – συμβούλου σε σχέση θεραπευτική. Ακριβώς αυτή η ανάγκη για κατανόηση των δυναμικών που συνιστούν και καθορίζουν την εσωτερική πραγματικότητα είναι που υπαγορεύει στον Ψυχολόγο - Ψυχοθεραπευτή να έχει προσωπική / βιωματική εμπειρία, όντας ο ίδιος σε διαδικασία ψυχολογικής θεραπείας ως θεραπευόμενος για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η αλλαγή προσανατολισμού που επιχειρεί η Ψυχοθεραπεία, από την ιατροκεντρική αντίληψη της διάγνωσης & θεραπείας ατόμων με σημαντική ψυχική διαταραχή, προς μια αναπτυξιακή κατεύθυνση, προϋποθέτει πάνω απ’ όλα σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που σκέφτεται ο ψυχολόγος - θεραπευτής. Δηλαδή, τα προβλήματα και οι κρίσεις που βιώνει ο ενδιαφερόμενος δεν γίνονται πια αντιληπτά ως ενδείξεις ψυχοπαθολογίας, αλλά ως «κανονιστικές» εμπειρίες, που ο ρόλος τους είναι να θέσουν μια πρόκληση στην προσαρμογή του ατόμου, της οικογένειας, ή της ομάδας κατά τη διάρκεια της εξελικτικής του / της πορείας.

Ανθρώπινες εμπειρίες, όπως το πένθος, η ασθένεια, ο χωρισμός είναι στην ουσία τους τέτοιου είδους αναπτυξιακές προκλήσεις. Μια και η έμφαση τελικά δίνεται στην ανάπτυξη του εαυτού, ο Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής, αντί να ενδιαφέρεται για την καταγραφή συμπτωματολογίας, υιοθετεί μια πιο δυναμική οπτική για το τι μπορεί να σημαίνει η διαταραχή ή το πρόβλημα εξελικτικά, βοηθώντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο να ανακαλύψει τις κρυμμένες του Δυνάμεις που θα χρησιμοποιήσει προκειμένου, όχι μόνο να «ξεπεράσει» αυτήν την εξελικτική κρίση, αλλά και να την μετουσιώσει σε ευκαιρία για ψυχική ανάπτυξη και πρόοδο. Έχοντας, δηλαδή, υπ’όψην του το σημείο στο οποίο έχει φτάσει το άτομο μέσα στον κύκλο της ζωής του, ο ψυχολόγος το βοηθάει να πορευτεί στη συνέχεια της ζωής του, δουλεύοντας αυτό το «πρόβλημα – πρόκληση» μέσα στη θεραπευτική διαδικασία.